μονογαμία


μονογαμία
η (ΑΜ μονογαμία) [μονόγαμος]
γάμος με μία μόνο γυναίκα
νεοελλ.
1. (κοινων.-ανθρωπολ.) κοινωνικός θεσμός κατά τον οποίο ένας άντρας δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα παντρεμένος με περισσότερες από μία συζύγους και μια γυναίκα να είναι σύζυγος περισσότερων τού ενός ανδρών, σε αντιδιαστολή προς την πολυγαμία
2. ζωολ. συμπεριφορά τών ζώων κατά την οποία ένα αρσενικό και ένα θηλυκό άτομο ενός είδους δημιουργούν μια μακρόχρονη και λίγο πολύ αποκλειστική αναπαραγωγική σχέση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μονογαμία — μονογαμίᾱ , μονογαμία monogamy fem nom/voc/acc dual μονογαμίᾱ , μονογαμία monogamy fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογαμίᾳ — μονογαμίᾱͅ , μονογαμία monogamy fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογαμία — [моногамна] ουσ. Θ. единобрачие, моногамия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μονογαμία — η ο γάμος με ένα μόνο άνθρωπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μονογαμίας — μονογαμίᾱς , μονογαμία monogamy fem acc pl μονογαμίᾱς , μονογαμία monogamy fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογαμίαν — μονογαμίᾱν , μονογαμία monogamy fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek

  • πολιτιστικοί κύκλοι — Μέθοδος ταξινόμησης των πολιτιστικών εποικοδομημάτων, που στηρίζεται στην αναγνώριση των διαφορετικών παραδόσεων, εθίμων, συστημάτων οικονομικής και κοινωνικής ζωής, που δημιούργησαν οι διάφοροι λαοί. Παρουσιάστηκε στην αρχή του αιώνα από… …   Dictionary of Greek

  • Monogamia — ► sustantivo femenino 1 SOCIOLOGÍA Régimen familiar basado en la pareja formada por un solo hombre con una sola mujer. ANTÓNIMO poligamia 2 SOCIOLOGÍA Estado del monógamo o casado con una sola mujer. ANTÓNIMO poligamia * * * monogamia 1 f.… …   Enciclopedia Universal

  • SECUNDAE Nuptiae — non magnopere veteribus Christianis probatae. Minucius Fel. Octavio Unius matrimonii vinculo libenter inhaeremus. Vide quoque Ambrosium in ad Cor. epist. i. c. 7. Hieronym. de Μονογαμίᾳ, Chrysostomum de Virgin. Tom. V. c. 37. Alios, Ulterius… …   Hofmann J. Lexicon universale


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.